Οποιοσδήποτε ασχολείται έστω και περιστασιακά με το αυτοκίνητο θα έχει ακούσει και θα έχει διαβάσει δημοσιογράφους του ειδικού τύπου ή ακόμα και ερασιτέχνες του χώρου να σχολιάζουν για την ορατότητα που προσφέρει κάποιο αυτοκίνητο. Κάποια είναι καλύτερα και κάποια είναι χειρότερα σε σύγκριση με τον σύγχρονο ανταγωνισμό αλλά όπως αποκαλύπτει η έρευνα της γερμανικής ADAC, όλα είναι χειρότερα σε σύγκριση με το παρελθόν. Παρότι οι κατασκευαστές έχουν επενδύσει όλα αυτά τα χρόνια τεράστια ποσά στην ασφάλεια των αυτοκινήτων τους και αναμφίβολα έχουν σημειωθεί τεράστιες πρόοδοι τόσο μεμονωμένα όσο και συλλογικά, φαίνεται πως έχει παραλειφθεί ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ασφάλειας που παρέχει ένα όχημα: η ορατότητα.

Η ADAC ακολούθησε μία κανονικοποιημένη διαδικασία χρησιμοποιώντας μία κούκλα για να δημιουργήσει μία εικόνα 360 μοιρών από την οπτική γωνία του οδηγού. Το 2025, τα αυτοκίνητα που δοκιμάστηκαν από τον οργανισμό βαθμολογήθηκαν στην κατηγορία της ορατότητα με έναν μέσο όρο της τάξης του 3.9 ενώ μόλις 7 χρόνια πριν, ο ίδιος μέσος όρος ήταν στο 3.7 – όπου όσο υψηλότερο το νούμερο τόσο χειρότερη είναι η ορατότητα. Δραματική, πιο συγκεκριμένα, είναι η μείωση της ορατότητα που παρατηρήθηκε στην αξιολόγηση της παρεμπόδισης που προκαλείται από την εμπρός κολώνα καθώς ενώ ο μέσος όρος ήταν 3.2 το 2019, μέχρι το 2025 είχε φτάσει το 4.2 που σημαίνει πρακτικά ότι μία ολόκληρη μηχανή ή ένα ολόκληρο ποδήλατο μπορεί να… εξαφανιστεί πίσω από την παχιά εμπρός κολώνα ενός μοντέρνου αυτοκινήτου καθιστώντας τον χρήστη του δρόμου αόρατο στα μάτια του οδηγού.

Αυτή την στιγμή, το μοντέλο με την καλύτερη ορατότητα σύμφωνα με την δοκιμή της ADAC είναι το Mini Cooper με σκορ 2.5 ενώ άλλα μοντέλα κρίνονται ως “ικανοποιητικά” με βαθμολογία 2.6 για το Hyundai i10 ή 2.8 για τα Audi Q8 και Subaru Outback. Στο άλλο άκρο είναι μοντέλα όπως η Mercedes-Benz EQT, η Porsche Cayenne και το Renault Kangoo που δεν κατάφεραν κάτι καλύτερο από ένα 5.5. Η ADAC επισημαίνει ότι βασικός παράγοντας στην ορατότητα που προσφέρει ένα αυτοκίνητο είναι φυσικά το design, όχι μόνο της εμπρός κολώνας αλλά ολόκληρης της καμπίνας καθώς η τοποθέτηση της θέσης του οδηγού στην καμπίνα, το ύψος της αλλά και τα αντίστοιχα που αφορούν στα υπόλοιπα καθίσματα αφού η ορατότητα δεν κρίνεται μόνο προς τα εμπρός αλλά συνολικά. Σημειώνεται λοιπόν ότι ενώ οι πιο φαρδιές εμπρός κολώνες προστατεύουν πιο αποτελεσματικά σε περίπτωση σύγκρουσης και τα “αεροδυναμικά” παρμπρίζ είναι σημαντικά για την αποδοτικότητα, έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ορατότητα. Η κατάσταση γίνεται ακόμα χειρότερη αν αναλογιστεί κανείς τις ψηλές πλαϊνές γραμμές, τα ψηλά, μεγάλα καπό και το γενικότερο design των μοντέρνων αυτοκινήτων.

Το καλό είναι ότι υπάρχουν τρόποι να βελτιώσει κάποιος την ορατότητα, έστω και λίγο. Ο κυριότερος είναι μία καλή θέση οδήγησης, ούτε πολύ ψηλά, ούτε χαμηλά ενώ σημαντική είναι η συνεισφορά και των συστημάτων υποβοήθησης οδήγησης και ειδικότερα των καμερών που καλύπτουν ολόκληρη την περίμετρο του αυτοκινήτου. Επομένως, η ορατότητα είναι ένας παράγοντας που πρέπει να εξετάσει κάποιος διεξοδικά κατά την αγορά ενός αυτοκινήτου και δευτερευόντως, η πρακτικότητα των ηλεκτρονικών του συστημάτων ή βοηθημάτων. Όλα αυτά δεν σημαίνουν φυσικά ότι οι κατασκευαστές πρέπει να αγνοούν την ορατότητα που παρέχουν τα αυτοκίνητα τους κατά τον σχεδιασμό τους αλλά δυστυχώς η επιρροή που έχουμε πάνω σε αυτό είναι έμμεση και σχετικά περιορισμένη.



